λιθουργεῖον

λιθουργεῖον
λιθ-ουργεῖον, τό, die Werkstätte des λιϑουργός

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • λιθουργείον — λιθουργεῑον, τὸ (Α) [λιθουργός] λατομείο …   Dictionary of Greek

  • λιθουργεῖα — λιθουργεῖον quarry neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιθουργείοις — λιθουργεῖον quarry neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”